SPECIALS

Όλοι τους και... μόνη της: Η Μέρκελ απέναντι σε πέντε Έλληνες Πρωθυπουργούς

του Γιώργου Π. Τερζή - Δημοσίευση 10 Ιανουαρίου 2019, 15:00 / Ανανεώθηκε 10 Ιανουαρίου 2019, 16:33
Όλοι τους και... μόνη της: Η Μέρκελ απέναντι σε πέντε Έλληνες Πρωθυπουργούς
Facebook Twitter Whatsapp

Η μακρά θητεία της Άγκελας Μέρκελ σε συνδιασμό με τη μνημονιακή περιπέτεια της Ελλάδας, την έχει φέρει απέναντι σε πέντε έλληνες Πρωθυπουργούς

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Το 2005, το γερμανικό Κοινοβούλιο, επέλεγε την πρώτη γυναίκα στην ιστορία της χώρας για την Καγκελαρία. Η 64χρονη Άγκελα Μέρκελ, που σε λίγους μήνες θα συμπληρώσει 14 χρόνια στην ηγεσία της Γερμανίας, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και στην ελληνική κρίση που ξέσπασε το 2009, καταφέρνοντας να επιβιώσει πέντε Ελλήνων Πρωθυπουργών ή, κατ' άλλους, να συμβάλει με την πολιτική της στην ταχύτερη πτώση τους από την εξουσία. 

Δίχως να περιλαμβάνονται οι υπηρεσιακοί (Πικραμμένος και Θάνου), η Άγκελα Μέρκελ ως επικεφαλής της ισχυρότερης ευρωπαϊκής χώρας συναντήθηκε διαδοχικά με τους Κώστα Καραμανλή, Γιώργο Παπανδρέου, Λουκά Παπαδήμο, Αντώνη Σαμαρά και, φυσικά, με τον εν ενεργεία Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, με τον οποίο μοιάζει να ανέπτυξε και την πιο στενή σχέση. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται από την επιλογή της να έρθει σήμερα στην Αθήνα, σε μία προσπάθεια στήριξης της κυβέρνησης προκειμένου να εγκριθεί η Συμφωνία των Πρεσπών, που συνιστά βεβαίως και κεντρικό πυλώνα της πολιτικής του Βερολίνου για τα Βαλκάνια. 

Η «άβολη» σχέση με Καραμανλή

Άγκελα Μέρκελ και Κώστας Καραμανλής, με την οικειότητα και των «αδελφών» κομμάτων στο ΕΛΚ, είχαν μία σειρά από συναντήσεις, καμία όμως εκ των οποίων δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Ο πρώην Πρωθυπουργός είχε, ανέκαθεν, την ικανότητα να αναλύει τις ισορροπίες δυνάμεων στο γεωπολιτικό χάρτη, γεγονός που δεν του επέτρεπε να αμφιβάλλει για την ισχύ του Βερολίνου.

Από την πλευρά της, η Άγκελα Μέρκελ ήταν ιδιαιτέρως προσεκτική έναντι της Ελλάδας, ενώ είχε φτάσει μέχρι την πρωθυπουργική κατοικία στη Ραφήνα, τον Ιούλιο του 2007, όπου πόζαρε με το ζεύγος Καραμανλή, σε μια κίνηση προσωπικής στήριξης προς τον Ελληνα πρωθυπουργό, λίγο πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

Ωστόσο, όπως λέγεται από συνομιλητές του που γνωρίζουν καλά όσα διημήφθησαν στις συναντήσεις, ο κ. Καραμανλής ουδέποτε έκρυψε την απογοήτευσή του όταν, το 2008 μεσούσης της παγκόσμιας οικονομικής - και ελληνικής - κρίσης, διαπίστωσε ότι βασική επιδίωξη της Καγκελαρίου ήταν η προώθηση πωλήσεων στρατιωτικού υλικού στην Ελλάδα αλλά και η προτίμηση γερμανικής εταιρείας για τη διαχείριση ολυμπιακών ακινήτων. 

 

Το «άδειασμα» Παπανδρέου, η Ντοβίλ και οι Κάννες

Με τη νέα ελληνική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε εμφανή πανικό ως προς τη διαχείριση της δημοσιονομικής κρίσης, το Βερολίνο αποτέλεσε έναν από τους πρώτους σταθμούς του Γιώργου Παπανδρέου προς αναζήτηση λύσης. Ωστόσο, η Γερμανία δεν δείχνει, στην αρχή τουλάχιστον, σθεναρή διάθεση για την διατήρηση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ενώ αμέσως μετά το πρώτο πακέτο στήριξης προς τη χώρα και την εμπλοκή του ΔΝΤ στα ευρωπαϊκά πράγματα για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, έρχεται η συμφωνία Μέρκελ - Σαρκοζί στη Ντοβίλ να βυθίσει πιο πολύ την Ελλάδα και να οδηγήσει στο μνημόνιο την... Ιρλανδία. Στο γαλλικό θέρετρο της Ντοβίλ, Μέρκελ και Νικολά Σαρκοζί αποφάσισαν να δίνεται προτεραιότητα στην αποπληρωμή του μόνιμου μηχανισμού στήριξης, που βρισκόταν στα σπάργανα, έναντι των ιδιωτών επενδυτών, με αποτέλεσμα να βαθύνει η κρίση στην ευρωζώνη. 

Στα τέλη Οκτωβρίου 2011, σε δύο συνόδους κορυφής που έλαβαν χώρα σε διάστημα πέντε ημερών, οι Ευρωπαίοι καταλήγουν σε συμφωνία για το δεύτερο ελληνικό πρόγραμμα, που περιλαμβάνει «κούρεμα» 50% στην ονομαστική αξία των ελληνικών ομολόγων, επιβαρύνοντας μεταξύ άλλων ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες. Η επιμονή του Βερολίνου σε μία ουσιώδη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα παίζει καταλυτικό ρόλο. Τέσσερις μέρες μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η καγκελάριος μαθαίνει από την τηλεόραση ότι ο Παπανδρέου θα θέσει τη συμφωνία σε δημοψήφισμα. Το περιβάλλον της επιμένει ακόμα και σήμερα ότι ήταν μία απόλυτη έκπληξη.

Το τέλος της σχέσης Μέρκελ - Παπανδρέου γράφτηκε, λίγες ημέρες μετά, στις Κάννες, τον Νοέμβριο του 2011, όταν ο τότε Πρωθυπουργός εξαιτίας της πρόθεσής του να διοργανώσει δημοψήφισμα στην Ελλάδα, βρέθηκε απομονωμένος και δέχθηκε την πρωτοφανή επίθεση εναντίον του από τον Νικολά Σαρκοζί, λίγο πριν επιστρέψει στην Αθήνα παραιτούμενος, λίγα 24ώρα μετά, από την Πρωθυπουργία.

 

Ο «αποτελεσματικός» Λουκάς Παπαδήμος

Στην επόμενη συνάντηση της Γερμανίδας Καγκελαρίου με έλληνα Πρωθυπουργό, το όνομα στην καρτέλα έγραφε «Λουκάς Παπαδήμος». Ο επικεφαλής της τρικομματικής κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - ΛΑΟΣ δεν είχε επίσημη συνάντηση με την Καγκελάριο, πλην μίας συνάντησης εργασίας στις Βρυξέλλες. Ωστόσο, συνομίλησαν τηλεφωνικά οκτώ φορές – τις περισσότερες κατά το κρίσιμο δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του 2012, όταν κορυφώθηκαν οι διαπραγματεύσεις για το PSI και το δεύτερο μνημόνιο.

Η Αθήνα δεχόταν τότε πιέσεις για νέες περικοπές, μεταξύ των οποίων και του 13ου και 14 μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Η εξίσωση του PSI έπρεπε να διασφαλίσει τη διατηρησιμότητα του χρέους (που οριζόταν, με την Ιταλία στο νου, στο 120% του ΑΕΠ ώς το 2020), ενώ η όποια συμφωνία έπρεπε να έχει την αποδοχή των εταίρων που στήριζαν την κυβέρνηση Παπαδήμου, κάτι που έγινε με τις επιστολές Παπανδρέου και Σαμαρά προς ευρωπαίους και ΔΝΤ.

 

Η «δύσκολη» σχέση με Σαμαρά και το «άδειασμα»

Παρά τις δημοσιονομικές επιτυχίες της κυβέρνησης συνεργασίας, μετά τις διπλές εκλογές του 2012, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός δεν είχε από τη Μέρκελ τη στήριξη που θα ήθελε στην ύστατη φάση της θητείας του – όταν ήλπιζε ότι με την ώθηση της καγκελαρίας θα έκλεινε την πέμπτη αξιολόγηση και θα έθετε εκτός Ελλάδας το ΔΝΤ. Ο Σαμαράς είχε επιτύχει, με καλά οργανωμένες επισκέψεις στο Βερολίνο και πλήθος διαγραμμάτων που φαίνεται ότι άρεσαν στην Καγκελάριο, να επουλώσει τις πληγές που είχαν ανοίξει την περίοδο που η Ν.Δ. βρισκόταν στην αντιπολίτευση. 

Η πρώτη συνάντηση στο Βερολίνο γίνεται στις 24 Αυγούστου και στόχος της Αθήνας είναι να αποκαταστήσει το έλλειμμα αξιοπιστίας και να ανοίξει σταθερούς διαύλους επικοινωνίας με το Βερολίνο. Η Μέρκελ ανταποδίδει, στα μέσα Οκτωβρίου του ίδιου έτους, και επισκέπτεται την Αθήνα εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων. Η σχέση μοιάζει να δυναμώνει και η Μέρκελ έρχεται εκ νέου στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2014. 

Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση Σαμαρά επιτυγχάνει πρόωρα τους δημοσιονομικούς της στόχους και μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο «εξόδου της τρόικας». Ωστόσο, η ήττα της ΝΔ στις ευρωεκλογές, ο κυβερνητικός ανασχηματισμός που έστειλε «λάθος» μήνυμα και η βεβαιότητα των ευρωπαίων για τη νίκη Τσίπρα, ψαλιδίζουν τις ελπίδες Σαμαρά. Ο τότε Πρωθυπουργός μεταβαίνει, το Σεπτέμβριο, στο Βερολίνο ελπίζοντας να αποσπάσει τη στήριξη της Μέρκελ για αποχώρηση του ΔΝΤ και δημιουργία ενός διάδοχο ήπιου «μνημονίου» με τη μορφή πιστοληπτικής γραμμής. Το Βερολίνο, με τον Σόιμπλε να παίζει πλέον ενεργό ρόλο για το «φρενάρισμα» των εκροών προς την Αθήνα έως ότου επιλυθεί η πολιτική εκκρεμότητα, δείχνει αδιάφορο για την πολιτική αγωνία Σαμαρά και δεν τον διευκολύνει στην προσπάθειά του να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας και να συνεχίσει να κυβερνά. 

 

Ο «καλός μαθητής» Τσίπρας

'Οταν, μετά τον Ιανουάριο του 2015, ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε την Πρωθυπουργία, η κ. Μέρκελ ενδεχομένως έκρινε ότι θα έπρεπε να λειτουργήσει παιδαγωγικά απέναντι στον νεαρό πρωθυπουργό. Ενώ οι μάχες δίνονταν μεταξύ Σόιμπλε και Βαρουφάκη, Μέρκελ και Τσίπρας απέφυγαν τη σύγκρουση. Κάτι που άλλαξε ραγδαία με την απόφαση της Αθήνας για το δημοψήφισμα. Για πρώτη φορά, η Μέρκελ συζήτησε σοβαρά το θέμα του Grexit, υιοθετώντας πλήρως τη γραμμή Σόιμπλε. 

Ωστόσο, αυτή η ίδια κρίση, λόγω και της εξαντλητικής διαπραγμάτευσης της 12ης Ιουλίου, φέρεται να αποτέλεσε τη βάση της εφεξής καλής μεταξύ τους σχέσης. Η κυβέρνηση Τσίπρα υλοποίησε πιστά το τρίτο μνημόνιο, συνεργάστηκε καλά με την Καγκελαρία στο μεταναστευτικό, βοηθώντας την πιεζόμενη για το θέμα Μέρκελ να επιβιώση πολιτικά, ενώ η ευθυγράμμισή τους στο ζήτημα των Βαλκανίων (βλ. Πρέσπες) είναι στοιχεία που μοιάζει να μην αγνοεί η κ. Μέρκελ.